μαστούρα
•
- λαϊκότροποη νάρκωση που προκύπτει από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, το μαστούρωμα Βικιλεξικό
- λαϊκότροπομαστουρωμένος Βικιλεξικό
- λαϊκότροποναρκομανής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαστούρα < μαστούρ(ης) + κατάληξη θηλυκού -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαστούρα | μαστούρες |
| Γενική | μαστούρας | — |
| Αιτιατική | μαστούρα | μαστούρες |
| Κλητική | μαστούρα | μαστούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →