μαστόρεμα
•
- η επισκευή, το μερεμέτι, η επιδιόρθωση μιας βλάβης ή η αποκατάσταση μιας ζημιάς Βικιλεξικό
- Χάλασαν τα υδραυλικά κι έχω μαστορέματα στο σπίτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαστόρεμα < μαστορευ(ω) + -μα (το υ αποβλήθηκε)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαστόρεμα | μαστορέματα |
| Γενική | μαστορέματος | μαστορεμάτων |
| Αιτιατική | μαστόρεμα | μαστορέματα |
| Κλητική | μαστόρεμα | μαστορέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →