Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαστόρισσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η πολύ επιτήδεια σε μια τέχνη, π.χ. στην κομμωτική, στη μαγειρική Βικιλεξικό
  2. η τεχνίτρα, περιλαμβανομένης και εκείνης που ξέρει πολλά ερωτικά κόλπα Βικιλεξικό
    • Καμωματού, ναζού, μαστόρισσα, αντροχωρίστρα, ξεμυαλίστρα, / με έκανες και χώρισα και μ’ έδιωξες, κακίστρα.
  3. παρωχημένοη πόρνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαστόρισσα < μάστορας + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαστόρισσαμαστόρισσες
Γενικήμαστόρισσαςμαστορισσών
Αιτιατικήμαστόρισσαμαστόρισσες
Κλητικήμαστόρισσαμαστόρισσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →