μαστόρισσα
•
- η πολύ επιτήδεια σε μια τέχνη, π.χ. στην κομμωτική, στη μαγειρική Βικιλεξικό
- η τεχνίτρα, περιλαμβανομένης και εκείνης που ξέρει πολλά ερωτικά κόλπα Βικιλεξικό
- Καμωματού, ναζού, μαστόρισσα, αντροχωρίστρα, ξεμυαλίστρα, / με έκανες και χώρισα και μ’ έδιωξες, κακίστρα.
- παρωχημένοη πόρνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαστόρισσα < μάστορας + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαστόρισσα | μαστόρισσες |
| Γενική | μαστόρισσας | μαστορισσών |
| Αιτιατική | μαστόρισσα | μαστόρισσες |
| Κλητική | μαστόρισσα | μαστόρισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →