Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μασχαλιαίος

/ma.sxa.liˈe.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου ανήκει στην ανατομική περιοχή της μασχάλης, ο λεμφαδένας, ή γενικά ο σχετικός με την περιοχή ιστός Βικιλεξικό
    • ο μασχαλιαίος λεμφαδενικός καθαρισμός ή και η μαστεκτομή...
  2. βοτανικήαυτός που βρίσκεται ή εμφανίζεται στη μασχάλη βλαστού. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μασχαλιαίος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μασχαλιαῖος (τύπος θηλυκού μασχαλιαία) < αρχαία ελληνική μασχάλη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμασχαλιαίοςμασχαλιαίαμασχαλιαίο
Γενικήμασχαλιαίουμασχαλιαίαςμασχαλιαίου
Αιτιατικήμασχαλιαίομασχαλιαίαμασχαλιαίο
Κλητικήμασχαλιαίεμασχαλιαίαμασχαλιαίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμασχαλιαίοιμασχαλιαίεςμασχαλιαία
Γενικήμασχαλιαίωνμασχαλιαίωνμασχαλιαίων
Αιτιατικήμασχαλιαίουςμασχαλιαίεςμασχαλιαία
Κλητικήμασχαλιαίοιμασχαλιαίεςμασχαλιαία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →