μασώ
•
- αλέθω την τροφή με τα δόντια μου κουνώντας συνεχώς τα σαγόνια μου Βικιλεξικό
- χτυπώ κάτι με τα δόντια μου, χωρίς να το καταπίνω Βικιλεξικό
- Μη μασάς το στυλό σου!
- για μηχανήματακαταστρέφω, τσαλακώνω, συνθλίβω κάτι που περνάει ανάμεσα σε κινούμενα τμήματα μηχανισμού Βικιλεξικό
- Το στερεοφωνικό μου μάσησε μία κασέτα με ύστερη μεσαιωνική λυρική ποίηση του Guillaume de Machaut.
- με άρνησηδε μασάω: δεν πτοούμαι Βικιλεξικό
- αργκώτρώω την περιουσία και τα χρήματα άλλου ατόμου (συνήθως για γυναίκες που εκμεταλλεύονται οικονομικά έναν άντρα) Βικιλεξικό
- παθητικό, για αντικείμενα, τρόφιμα Βικιλεξικό
- Το κρέας πρέπει να μασιέται καλά για να χωνεύεται πιο εύκολα.
- Αυτό το χάπι δεν πρέπει να μασηθεί, αλλά να διαλυθεί στο στομάχι.
Ετυμολογία
μασώ < μεσαιωνική ελληνική μασῶ και μασίζω < αρχαία ελληνική μασάομαι-μασῶμαι αλλά και μαστάζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →