Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ματ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σκάκιη κατάσταση σε ένα παιχνίδι σκακιού κατά την οποία ο βασιλιάς του ενός παίκτη απειλείται από τον αντίπαλό του χωρίς καμία δυνατότητα διαφυγής σε μία κίνηση. Μόλις γίνει ματ, ο παίκτης που το κατάφερε κερδίζει την παρτίδα. Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη κίνηση που εξασφαλίζει την επιτυχία έναντι ενός αντιπάλου Βικιλεξικό
    • Σε λίγο κάνει μια κίνηση ματ, αφήνοντας τον και έρωτα του να εκδηλωθεί. Την κοιτάζει κατάματα έντονα. (Χριστόφορος Παπαδόπουλος, Μαρίνα, η κόρη της θάλασσας, 2018 https://books.google.gr/books?id=XIifDwAAQBAJ&lpg=PT62&dq=%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7%20%CE%BC%CE%B1%CF%84&pg=PT62#v=onepage&q=%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7%20%CE%BC%CE%B1%CF%84&f=false)

Ετυμολογία

ματ < (άμεσο δάνειο) γαλλική mat < σκακιστική φράση échec et mat, échec et mat (σαχ και ματ) < από την αραβική φράση (šāhu māta, ο βασιλιάς [είναι] νεκρός), (šāh, o βασιλιάς) (mat, νεκρός) < περσική (šah mât, ο βασιλιάς [είναι] έκπληκτος), (βασιλιάς), (έκπληκτος)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ματ

επίθετο
•
  1. αλαμπής, που δεν αντανακλά το φως, που δεν γυαλίζει, μη γυαλιστερός, ελαφρώς τραχύς επιφανειακά, μη στιλπνός Βικιλεξικό
    • προτιμάει να εκτυπώνει τις φωτογραφίες του σε χαρτί ματ

Ετυμολογία

ματ < (άμεσο δάνειο) γαλλική mat (προφορά /ma/) με προφορά /mat/ με απώτερη αρχή μετοχή από τη λατινική madeo (είμαι βρεγμένος, μεθώ) στην οποία δόθηκε σημασία "είμα θολός από το μεθύσι", και μετά, "μη στιλπνός"

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →