ματ
•
- σκάκιη κατάσταση σε ένα παιχνίδι σκακιού κατά την οποία ο βασιλιάς του ενός παίκτη απειλείται από τον αντίπαλό του χωρίς καμία δυνατότητα διαφυγής σε μία κίνηση. Μόλις γίνει ματ, ο παίκτης που το κατάφερε κερδίζει την παρτίδα. Βικιλεξικό
- μεταφορικάη κίνηση που εξασφαλίζει την επιτυχία έναντι ενός αντιπάλου Βικιλεξικό
- Σε λίγο κάνει μια κίνηση ματ, αφήνοντας τον και έρωτα του να εκδηλωθεί. Την κοιτάζει κατάματα έντονα. (Χριστόφορος Παπαδόπουλος, Μαρίνα, η κόρη της θάλασσας, 2018 https://books.google.gr/books?id=XIifDwAAQBAJ&lpg=PT62&dq=%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7%20%CE%BC%CE%B1%CF%84&pg=PT62#v=onepage&q=%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7%20%CE%BC%CE%B1%CF%84&f=false)
Ετυμολογία
ματ < (άμεσο δάνειο) γαλλική mat < σκακιστική φράση échec et mat, échec et mat (σαχ και ματ) < από την αραβική φράση (šāhu māta, ο βασιλιάς [είναι] νεκρός), (šāh, o βασιλιάς) (mat, νεκρός) < περσική (šah mât, ο βασιλιάς [είναι] έκπληκτος), (βασιλιάς), (έκπληκτος)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →