ματάκι
•
- μικρό μάτι Βικιλεξικό
- μικρή γυάλινη οπή στην εξώπορτα του σπιτιού, ώστε ο κάτοικος να βλέπει ποιος βρίσκεται έξω από την πόρτα του Βικιλεξικό
- παλιό παιδικό παιχνίδι που λεγόταν και "ἀματάκι", όπου τα αγόρια στόχευαν το ένα τον βόλο του άλλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ματάκι < μάτ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ματάκι | ματάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ματάκι | ματάκια |
| Κλητική | ματάκι | ματάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →