ματαίωση
•
- η οριστική ακύρωση μιας προγραμματισμένης δραστηριότητας Βικιλεξικό
- η διάψευση Βικιλεξικό
- η ματαίωση των ελπίδων μας
- Εκλεπτυσμένος σαρκασμός, μελαγχολία και ματαίωση, αισθαντικότητα και ηδονοθηρική διάθεση ζυμώνονται στις φράσεις του αθηναίου συγγραφέα, που ενίοτε υπογράφει και ως Απίκιος (sic: του Αθηναίου με μικρό α)
Ετυμολογία
ματαίωση < ματαιώνω + -ση < αρχαία ελληνική ματαιόω / ματαιῶ < μάταιος < μάτη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ματαίωση | ματαιώσεις |
| Γενική | ματαίωσης | ματαιώσεων |
| Αιτιατική | ματαίωση | ματαιώσεις |
| Κλητική | ματαίωση | ματαιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →