Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ματαβλέπω

ρήμα
•
  1. λαϊκότροποξαναβλέπω Βικιλεξικό
    • πότε θα σε ματαδώ ματάκια μου;
    • τσακωθήκαμε, κι ούτε ξαναμιλήσαμε, ούτε ματαειδωθήκαμε ποτέ
    • Αλήθεια, μάννα, τι γίνεται ο Γυφτοκάβουρας, που είχε φκιάση του Φωκίου το τσικούρι; Μήτε τον ματάειδα πια άφ' όντας έφυγες, μήτε ματάκουσα για δαύτον [μεταγραφή σε μονοτονικό]

Ετυμολογία

ματαβλέπω < ματα- + βλέπω

Άλλοι τύποι

ματάειδαματαβλέπομαιματαειδώθηκαματαϊδωμένος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →