Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ματαιοδοξώ

ρήμα
•
  1. σπάνιοείμαι ματαιόδοξος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ματαιοδοξώ < ματαιόδοξος + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςματαιοδοξώματαιοδοξείςματαιοδοξείματαιοδοξούμεματαιοδοξείτεματαιοδοξούν / ματαιοδοξούνε
Παρατατικόςματαιοδοξούσαματαιοδοξούσεςματαιοδοξούσεματαιοδοξούσαμεματαιοδοξούσατεματαιοδοξούσαν / ματαιοδοξούσανε
Αόριστοςματαιοδόξησαματαιοδόξησεςματαιοδόξησεματαιοδοξήσαμεματαιοδοξήσατεματαιοδοξήσαν / ματαιοδοξήσανε / ματαιοδόξησαν
Μέλλονταςθα ματαιοδοξήσω / θα ματαιοδοξώθα ματαιοδοξήσεις / θα ματαιοδοξείςθα ματαιοδοξήσει / θα ματαιοδοξείθα ματαιοδοξήσουμε / θα ματαιοδοξούμεθα ματαιοδοξήσετε / θα ματαιοδοξείτεθα ματαιοδοξήσουν / θα ματαιοδοξήσουνε / θα ματαιοδοξούν / θα ματαιοδοξούνε
Παρακείμενοςέχω ματαιοδοξήσειέχεις ματαιοδοξήσειέχει ματαιοδοξήσειέχουμε ματαιοδοξήσειέχετε ματαιοδοξήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ματαιοδοξήσειείχες ματαιοδοξήσειείχε ματαιοδοξήσειείχαμε ματαιοδοξήσει——
Υποτακτικήνα έχω ματαιοδοξήσει / να ματαιοδοξήσω / να ματαιοδοξώνα έχεις ματαιοδοξήσει / να ματαιοδοξήσεις / να ματαιοδοξείςνα έχει ματαιοδοξήσει / να ματαιοδοξήσει / να ματαιοδοξείνα έχουμε ματαιοδοξήσει / να ματαιοδοξήσουμε / να ματαιοδοξούμενα έχετε ματαιοδοξήσει / να ματαιοδοξήσετε / να ματαιοδοξείτενα ματαιοδοξήσουν / να ματαιοδοξήσουνε / να ματαιοδοξούν / να ματαιοδοξούνε
Προστακτική—ματαιοδόξει / ματαιοδόξησε——ματαιοδοξήστε / ματαιοδοξείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →