ματαιοδοξώ
•
- σπάνιοείμαι ματαιόδοξος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ματαιοδοξώ < ματαιόδοξος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ματαιοδοξώ | ματαιοδοξείς | ματαιοδοξεί | ματαιοδοξούμε | ματαιοδοξείτε | ματαιοδοξούν / ματαιοδοξούνε |
| Παρατατικός | ματαιοδοξούσα | ματαιοδοξούσες | ματαιοδοξούσε | ματαιοδοξούσαμε | ματαιοδοξούσατε | ματαιοδοξούσαν / ματαιοδοξούσανε |
| Αόριστος | ματαιοδόξησα | ματαιοδόξησες | ματαιοδόξησε | ματαιοδοξήσαμε | ματαιοδοξήσατε | ματαιοδοξήσαν / ματαιοδοξήσανε / ματαιοδόξησαν |
| Μέλλοντας | θα ματαιοδοξήσω / θα ματαιοδοξώ | θα ματαιοδοξήσεις / θα ματαιοδοξείς | θα ματαιοδοξήσει / θα ματαιοδοξεί | θα ματαιοδοξήσουμε / θα ματαιοδοξούμε | θα ματαιοδοξήσετε / θα ματαιοδοξείτε | θα ματαιοδοξήσουν / θα ματαιοδοξήσουνε / θα ματαιοδοξούν / θα ματαιοδοξούνε |
| Παρακείμενος | έχω ματαιοδοξήσει | έχεις ματαιοδοξήσει | έχει ματαιοδοξήσει | έχουμε ματαιοδοξήσει | έχετε ματαιοδοξήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ματαιοδοξήσει | είχες ματαιοδοξήσει | είχε ματαιοδοξήσει | είχαμε ματαιοδοξήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ματαιοδοξήσει / να ματαιοδοξήσω / να ματαιοδοξώ | να έχεις ματαιοδοξήσει / να ματαιοδοξήσεις / να ματαιοδοξείς | να έχει ματαιοδοξήσει / να ματαιοδοξήσει / να ματαιοδοξεί | να έχουμε ματαιοδοξήσει / να ματαιοδοξήσουμε / να ματαιοδοξούμε | να έχετε ματαιοδοξήσει / να ματαιοδοξήσετε / να ματαιοδοξείτε | να ματαιοδοξήσουν / να ματαιοδοξήσουνε / να ματαιοδοξούν / να ματαιοδοξούνε |
| Προστακτική | — | ματαιοδόξει / ματαιοδόξησε | — | — | ματαιοδοξήστε / ματαιοδοξείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →