ματακούω
•
- λαϊκότροποξανακούω, έχω ακούσει κι άλλη φορά Βικιλεξικό
- Πού ματακούστηκε τέτοιο πράμα;
- Αλήθεια, μάννα, τι γίνεται ο Γυφτοκάβουρας, που είχε φκιάση του Φωκίου το τσικούρι; Μήτε τον ματάειδα πια άφ' όντας έφυγες, μήτε ματάκουσα για δαύτον [μεταγραφή σε μονοτονικό]
Ετυμολογία
ματακούω < ματ- + ακούω
Άλλοι τύποι
ματάκουσαματακούγομαιματακούστηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →