Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ματακούω

/ma.taˈku.o/ρήμα
•
  1. λαϊκότροποξανακούω, έχω ακούσει κι άλλη φορά Βικιλεξικό
    • Πού ματακούστηκε τέτοιο πράμα;
    • Αλήθεια, μάννα, τι γίνεται ο Γυφτοκάβουρας, που είχε φκιάση του Φωκίου το τσικούρι; Μήτε τον ματάειδα πια άφ' όντας έφυγες, μήτε ματάκουσα για δαύτον [μεταγραφή σε μονοτονικό]

Ετυμολογία

ματακούω < ματ- + ακούω

Άλλοι τύποι

ματάκουσαματακούγομαιματακούστηκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →