Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ματεριαλισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφική θεωρία που πρεσβεύει ότι το μόνο πραγματικά υπαρκτό είναι η ύλη και ότι όλα περιστρέφονται γύρω από αυτήν, ακόμα και η συνείδηση. Η θεωρία αυτή στην Ελλάδα αποδίδεται ως υλισμός (π.χ. ο διαλεκτικός υλισμός, ο ιστορικός υλισμός και άλλες υλιστικές θεωρίες) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ματεριαλισμός < απόδοση της γαλλικής λέξης matérialism < λατινική materia (το υλικό, η ουσία)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήματεριαλισμόςματεριαλισμοί
Γενικήματεριαλισμούματεριαλισμών
Αιτιατικήματεριαλισμόματεριαλισμούς
Κλητικήματεριαλισμέματεριαλισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →