ματογυάλια
•
- παρωχημένοτα γυαλιά για τη διόρθωση των προβλημάτων οράσεως ή για να προστατεύουμε τα μάτια (απ’ τον ήλιο κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ματογυάλια < ομματοϋάλια < όμμα + -ο- + γυαλιά, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική eyeglasses
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ματογυάλια | ματογυάλια |
| Γενική | — | ματογυαλιών |
| Αιτιατική | — | ματογυάλια |
| Κλητική | — | ματογυάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →