Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ματογυάλια

/ma.toˈʝa.ʎa/ουσιαστικό
•
  1. παρωχημένοτα γυαλιά για τη διόρθωση των προβλημάτων οράσεως ή για να προστατεύουμε τα μάτια (απ’ τον ήλιο κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ματογυάλια < ομματοϋάλια < όμμα + -ο- + γυαλιά, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική eyeglasses

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήματογυάλιαματογυάλια
Γενική—ματογυαλιών
Αιτιατική—ματογυάλια
Κλητική—ματογυάλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →