Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ματοκυλίζω

ρήμα
•
  1. προκαλώ αιματοχυσία, αιματοκυλώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ματοκυλίζω < ᾽ματοκυλίζω και ᾽ματοκυλῶ (τρόπος γραφής λόγιων Βυζαντινών) < μεσαιωνική ελληνική αἱματοκυλῶ < αἷμα και κυλιῶ ( < αρχαία ελληνική κυλίω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςματοκυλίζωματοκυλίζειςματοκυλίζειματοκυλίζουμεματοκυλίζετεματοκυλίζουν / ματοκυλίζουνε
Παρατατικόςματοκύλιζαματοκύλιζεςματοκύλιζεματοκυλίζαμεματοκυλίζατεματοκυλίζαν / ματοκυλίζανε / ματοκύλιζαν
Αόριστοςματοκύλισαματοκύλισεςματοκύλισεματοκυλίσαμεματοκυλίσατεματοκυλίσαν / ματοκυλίσανε / ματοκύλισαν
Μέλλονταςθα ματοκυλίζω / θα ματοκυλίσωθα ματοκυλίζεις / θα ματοκυλίσειςθα ματοκυλίζει / θα ματοκυλίσειθα ματοκυλίζουμε / θα ματοκυλίσουμεθα ματοκυλίζετε / θα ματοκυλίσετεθα ματοκυλίζουν / θα ματοκυλίζουνε / θα ματοκυλίσουν / θα ματοκυλίσουνε
Παρακείμενοςέχω ματοκυλίσειέχεις ματοκυλίσειέχει ματοκυλίσειέχουμε ματοκυλίσειέχετε ματοκυλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ματοκυλίσειείχες ματοκυλίσειείχε ματοκυλίσειείχαμε ματοκυλίσει——
Υποτακτικήνα έχω ματοκυλίσει / να ματοκυλίζω / να ματοκυλίσωνα έχεις ματοκυλίσει / να ματοκυλίζεις / να ματοκυλίσειςνα έχει ματοκυλίσει / να ματοκυλίζει / να ματοκυλίσεινα έχουμε ματοκυλίσει / να ματοκυλίζουμε / να ματοκυλίσουμενα έχετε ματοκυλίσει / να ματοκυλίζετε / να ματοκυλίσετενα ματοκυλίζουν / να ματοκυλίζουνε / να ματοκυλίσουν / να ματοκυλίσουνε
Προστακτική—ματοκύλιζε / ματοκύλισε——ματοκυλίζετε / ματοκυλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →