ματολάφτης
•
- ιδιωματικόπου ρουφάει το αίμα, αιμοβόρος, φονιάς Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος), εκδόσεις: Ελ. Καζαντζάκη, 1964, αρχική έκδοση 1953. @google.gr/books
- ιδιωματικόαρπακτικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ματολάφτης < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →