ματσάκι
•
- υποκοριστικό του μάτσο Βικιλεξικό
- ειδικότερακαθιερωμένη ονομασία είδους συσκευασίας, συνήθως για αρωματικά φυτά (μαϊντανό, ρίγανη κλπ.), σε δεμένα μικρά μάτσα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη αόριστη ποσότητα που περιέχεται σε ένα δεμένο ματσάκι, όπως πουλιέται στα καταστήματα και μπορεί να διαφέρει αρκετά από σημείο πώλησης σε σημείο πώλησης Βικιλεξικό
- υποκοριστικό του ματς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
1-3: ματσάκι < μάτσ(ο) + υποκοριστικό επίθημα -άκι < ιταλικά mazzo :4: ματσάκι < ματς + υποκοριστικό επίθημα -άκι < αγγλικά match
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ματσάκι | ματσάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ματσάκι | ματσάκια |
| Κλητική | ματσάκι | ματσάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →