Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ματσάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικό του μάτσο Βικιλεξικό
  2. ειδικότερακαθιερωμένη ονομασία είδους συσκευασίας, συνήθως για αρωματικά φυτά (μαϊντανό, ρίγανη κλπ.), σε δεμένα μικρά μάτσα Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηη αόριστη ποσότητα που περιέχεται σε ένα δεμένο ματσάκι, όπως πουλιέται στα καταστήματα και μπορεί να διαφέρει αρκετά από σημείο πώλησης σε σημείο πώλησης Βικιλεξικό
  4. υποκοριστικό του ματς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

1-3: ματσάκι < μάτσ(ο) + υποκοριστικό επίθημα -άκι < ιταλικά mazzo :4: ματσάκι < ματς + υποκοριστικό επίθημα -άκι < αγγλικά match

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήματσάκιματσάκια
Γενική——
Αιτιατικήματσάκιματσάκια
Κλητικήματσάκιματσάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →