ματσάρα
•
- αθλητισμόςπολύ σπουδαίος, συγκλονιστικός ή θεαματικός αθλητικός αγώνας Βικιλεξικό
- Στη ματσάρα στο Βέλγιο, η Ατλέτικο κρατούσε τη νίκη στα χέρια της, αλλά ο Χρήστος Τζόλης με γκολ στο 89′ ισοφάρισε 3-3 για την Μπριζ στο πρώτο ματς των playoffs του Champions League και τώρα όλα θα κριθούν στη ρεβάνς.
Ετυμολογία
ματσάρα < ματς + μεγεθυντικό επίθημα -άρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ματσάρα | ματσάρες |
| Γενική | ματσάρας | — |
| Αιτιατική | ματσάρα | ματσάρες |
| Κλητική | ματσάρα | ματσάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →