Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ματσάρα

/maˈt͡sa.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αθλητισμόςπολύ σπουδαίος, συγκλονιστικός ή θεαματικός αθλητικός αγώνας Βικιλεξικό
    • Στη ματσάρα στο Βέλγιο, η Ατλέτικο κρατούσε τη νίκη στα χέρια της, αλλά ο Χρήστος Τζόλης με γκολ στο 89′ ισοφάρισε 3-3 για την Μπριζ στο πρώτο ματς των playoffs του Champions League και τώρα όλα θα κριθούν στη ρεβάνς.

Ετυμολογία

ματσάρα < ματς + μεγεθυντικό επίθημα -άρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήματσάραματσάρες
Γενικήματσάρας—
Αιτιατικήματσάραματσάρες
Κλητικήματσάραματσάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →