ματσακονίζω
•
- αφαιρώ χρώματα και σκουριές από μεταλλική επιφάνεια με ματσακόνι Βικιλεξικό
- χειρίζομαι ματσακόνι, ή αεροματσάκονο ή ηλεκτροματσάκονο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ματσακονίζω < ματσακόνι + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ματσακονίζω | ματσακονίζεις | ματσακονίζει | ματσακονίζουμε | ματσακονίζετε | ματσακονίζουν / ματσακονίζουνε |
| Παρατατικός | ματσακόνιζα | ματσακόνιζες | ματσακόνιζε | ματσακονίζαμε | ματσακονίζατε | ματσακονίζαν / ματσακονίζανε / ματσακόνιζαν |
| Αόριστος | ματσακόνισα | ματσακόνισες | ματσακόνισε | ματσακονίσαμε | ματσακονίσατε | ματσακονίσαν / ματσακονίσανε / ματσακόνισαν |
| Μέλλοντας | θα ματσακονίζω / θα ματσακονίσω | θα ματσακονίζεις / θα ματσακονίσεις | θα ματσακονίζει / θα ματσακονίσει | θα ματσακονίζουμε / θα ματσακονίσουμε | θα ματσακονίζετε / θα ματσακονίσετε | θα ματσακονίζουν / θα ματσακονίζουνε / θα ματσακονίσουν / θα ματσακονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ματσακονίσει | έχεις ματσακονίσει | έχει ματσακονίσει | έχουμε ματσακονίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ματσακονίσει | είχες ματσακονίσει | είχε ματσακονίσει | είχαμε ματσακονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ματσακονίσει / να ματσακονίζω / να ματσακονίσω | να έχεις ματσακονίσει / να ματσακονίζεις / να ματσακονίσεις | να έχει ματσακονίσει / να ματσακονίζει / να ματσακονίσει | να έχουμε ματσακονίσει / να ματσακονίζουμε / να ματσακονίσουμε | να ματσακονίζετε / να ματσακονίσετε | να ματσακονίζουν / να ματσακονίζουνε / να ματσακονίσουν / να ματσακονίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ματσακονισμένο / ματσακόνιζε / ματσακόνισε | — | — | ματσακονίζετε / ματσακονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →