ματσούκα
•
- ραβδί από χοντρό ξύλο, σαν μαγκούρα, για να στηρίζεται κάποιος αλλά και για να χτυπάει Βικιλεξικό
- κάτι μακρύ και δυνητικά επικίνδυνο, πάντως άκομψο και άχρηστο και αναλογικά, μεγάλο Βικιλεξικό
- Πάρε αυτή τη ματσούκα από εδώ μέσα
- παλούκι Βικιλεξικό
- το γεννητικό όργανο των γαϊδάρων και όχι μόνον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ματσούκα < μεσαιωνική ελληνική ματσούκιον < βυζαντινός τύπος ματζούκα < μάλλον λατινική mazzoca
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ματσούκα | ματσούκες |
| Γενική | ματσούκας | — |
| Αιτιατική | ματσούκα | ματσούκες |
| Κλητική | ματσούκα | ματσούκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →