ματσούκι
•
- ένα χοντρό και μακρύ κομμάτι ξύλο (συνήθως για να δείρουμε κάποιον) Βικιλεξικό
- Μιά νύχτα. Δεκέμβρη πάλι, τσακισμένος ἀπό τή δουλειά, είδες τον ἐργολάβο να δέρνει μ' ένα ματσούκι ἀλύπητα ἕνα δεκαεξάχρονο παιδί. Τὸ παιδὶ δὲν ἄντεχε, εἶχε πάθει ἐντερικά, κι αὐτὸς ὁ ἀγαρηνός, δὲν τούδινε τρόπο νὰ γυρίσει σὲ κάτι συγγενεῖς του στὸ Σικάγο . Ἦταν ἀπὸ τὴ Στεμνίτσα κ ̓ ἤθελε νὰ γυρίσει πίσω. (Αποστολίδης, Ανθολογία Το διήγημα, τόμος 2, 1954 σελ. 242)
- Τον βαρούσε μ' ένα χοντρό ματσούκι, ένα κλαδί που 'χε πάντα μαζί του, κι ο Χάρης ζητούσε να τον λυπηθεί κι έσκουζε σα ζώο. (Νίκος Α. Μάντης, Πέτρα - Ψαλίδι - Χαρτί, εκδόσεις Καστανιώτη, 2014)
Ετυμολογία
ματσούκι < μεσαιωνική ελληνική ματσούκιον < μεσαιωνική ελληνική ματσούκα < βενετική mazzoca
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ματσούκι | ματσούκια |
| Γενική | ματσουκιού | ματσουκιών |
| Αιτιατική | ματσούκι | ματσούκια |
| Κλητική | ματσούκι | ματσούκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →