μάτσο
•
- δέσμη από όμοια, που την πιάνεις με το ένα χέρι Βικιλεξικό
- ένα μάτσο μαϊντανό
- σωρός ομοίων Βικιλεξικό
- θα ήθελα να είχα ένα μάτσο πεντακοσάρικα
- Ένα μάτσο γυναίκες υπάρχουνε κι εσύ κάθεσαι και σκας για την Ελένη
- Ας πούμε εν τάχει ότι ο Πέτρος Σαπουντζής συνοψίζει ό,τι περισσότερο απεχθάνομαι στο ανθρώπινο είδος: τον τσαρλατανισμό, τον εξυπνακισμό, την ασπλαχνία, την τέχνη να θεωρείς ότι οι καλεσμένοι σου είναι ένα μάτσο σκατά, οι τηλεθεατές σου είναι ένα μάτσο σκατά κι εσύ ο σκατένιος μαέστρος της πιο σκατένιας ορχήστρας... (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
Ετυμολογία
μάτσο < (άμεσο δάνειο) βενετική mazzo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάτσο | μάτσα |
| Γενική | μάτσου | μάτσων |
| Αιτιατική | μάτσο | μάτσα |
| Κλητική | μάτσο | μάτσα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →