ματόμπαλο
•
- ανατομίαο βολβός του ματιού Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο μάτι Βικιλεξικό
- 2017 «Το καλοκαιρινό σινεμά ξαναζεί: 5 ταινίες που δεν πρέπει να χάσεις τον Ιούλιο», 3. 7. 2017, ανακτήθηκε στις 24. 1. 2026
- 2021 Βασίλης Κασαπίδης, «Salt and Sacrifice Preview», 18. 10. 2021, ανακτήθηκε στις 24. 1. 2026
- 2022 «VW Polo 2017», 18. 10. 2022, ανακτήθηκε στις 24. 1. 2026
Ετυμολογία
ματόμπαλο < μάτ(ο) + -ό- + μπάλ(α) + -ο, λαϊκό μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική eyeball. Παραβάλετε ματόφρυδο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ματόμπαλο | ματόμπαλα |
| Γενική | ματόμπαλου | ματόμπαλων |
| Αιτιατική | ματόμπαλο | ματόμπαλα |
| Κλητική | ματόμπαλο | ματόμπαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →