ματόφυλλο
•
- ανθρώπινο σώματο βλέφαρο Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954.
- Ώσπου, κάποια στιγμή, εἶδε μέσα ἀπ ̓ τὰ βάρυπνα της ἀκόμη ματόφυλλα νὰ φεγγίζει ἡ αὐγή. Θἄχε κοιμηθεῖ τρεῖς - τέσσερεις ὧρες ...
Ετυμολογία
ματόφυλλο < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ὀμματόφυλλον ή (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὀμματόφυλλον < ὄμμα + φῦλλον με αποβολή του άτονου αρκτικού φωνήεντος από συμπροφορά με άρθρο και ανασυλλαβισμό: to omato.. > tomato... > to mato.... Συγχρονικά αναλύεται σε ματό- + φύλλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ματόφυλλο | ματόφυλλα |
| Γενική | ματόφυλλου | ματόφυλλων |
| Αιτιατική | ματόφυλλο | ματόφυλλα |
| Κλητική | ματόφυλλο | ματόφυλλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →