ματώνω
•
- μεταβατικόπροκαλώ σε ένα σημείο του σώματος (μικρή) αιμορραγία Βικιλεξικό
- του έδωσε μια κλοτσιά στο γόνατο και του το μάτωσε
- αμετάβατοβγάζω (λίγο) αίμα ή λερώνομαι με αίμα Βικιλεξικό
- αμετάβατουποφέρω, βασανίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ματώνω < αιματώνω < αἱματόω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ματώνω | ματώνεις | ματώνει | ματώνουμε | ματώνετε | ματώνουν / ματώνουνε |
| Παρατατικός | μάτωνα | μάτωνες | μάτωνε | ματώναμε | ματώνατε | μάτωναν / ματώναν / ματώνανε |
| Αόριστος | μάτωσα | μάτωσες | μάτωσε | ματώσαμε | ματώσατε | μάτωσαν / ματώσαν / ματώσανε |
| Μέλλοντας | θα ματώνω / θα ματώσω | θα ματώνεις / θα ματώσεις | θα ματώνει / θα ματώσει | θα ματώνουμε / θα ματώσουμε | θα ματώνετε / θα ματώσετε | θα ματώνουν / θα ματώνουνε / θα ματώσουν / θα ματώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ματώσει | έχεις ματώσει | έχει ματώσει | έχουμε ματώσει | έχετε ματώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ματώσει | είχες ματώσει | είχε ματώσει | είχαμε ματώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ματώσει / να ματώνω / να ματώσω | να έχεις ματώσει / να ματώνεις / να ματώσεις | να έχει ματώσει / να ματώνει / να ματώσει | να έχουμε ματώσει / να ματώνουμε / να ματώσουμε | να έχετε ματώσει / να ματώνετε / να ματώσετε | να ματώνουν / να ματώνουνε / να ματώσουν / να ματώσουνε |
| Προστακτική | — | μάτωνε / μάτωσε | — | — | ματώνετε / ματώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →