μαυράκι
•
- υποκοριστικόγια το μαύρος ή το μαύρο μικρό στίγμα σκούρου χρώματος Βικιλεξικό
- παιδί της μαύρης φυλής Βικιλεξικό
- αργκότο χασίς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαυράκι < μαύρ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαυράκι | μαυράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | μαυράκι | μαυράκια |
| Κλητική | μαυράκι | μαυράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →