μαυρίζω
•
- μεταβατικόχρωματίζω κάτι, το βάφω μαύρο Βικιλεξικό
- αμετάβατοπαίρνω μαύρο χρώμα Βικιλεξικό
- αμετάβατοη επιδερμίδα μου παίρνει σκούρο χρώμα μετά από κάποια παρουσία στις ακτίνες του ήλιου Βικιλεξικό
- Φουσκώσαμε καὶ μαυρίσαμε ποῦ δὲ γνώριζε ἕνας τὸν ἄλλο! Τά μαλλιά μας, τά μουστάκια, τά γένεια σκλήρυναν σάν ἀγκάθια. Τά μάτια χωμένα στά πυκνά ματόφρυδα, ἔχασκαν ἄσπρα σάν σαλιγκάρια. Ὅσο γιά τό μπάρκο, τό μισό ἀπόμενε. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η δικαιοσύνη της θάλασσας, από το βιβλίο Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
- οικείοκαταψηφίζω (σε εκλογές για εκλογή ατόμων) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαυρίζω < # μαύρο + -ίζω # από το μαύρου χρώματος σφαιρίδιο που έριχναν στην κάλπη όσοι ήταν αντίθετοι στην εκλογή κάποιου
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαυρίζω | μαυρίζεις | μαυρίζει | μαυρίζουμε | μαυρίζετε | μαυρίζουν / μαυρίζουνε |
| Παρατατικός | μαύριζα | μαύριζες | μαύριζε | μαυρίζαμε | μαυρίζατε | μαυρίζαν / μαυρίζανε / μαύριζαν |
| Αόριστος | μαύρισα | μαύρισες | μαύρισε | μαυρίσαμε | μαυρίσατε | μαυρίσαν / μαυρίσανε / μαύρισαν |
| Μέλλοντας | θα μαυρίζω / θα μαυρίσω | θα μαυρίζεις / θα μαυρίσεις | θα μαυρίζει / θα μαυρίσει | θα μαυρίζουμε / θα μαυρίσουμε | θα μαυρίζετε / θα μαυρίσετε | θα μαυρίζουν / θα μαυρίζουνε / θα μαυρίσουν / θα μαυρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαυρίσει | έχεις μαυρίσει | έχει μαυρίσει | έχουμε μαυρίσει | έχετε μαυρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαυρίσει | είχες μαυρίσει | είχε μαυρίσει | είχαμε μαυρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαυρίσει / να μαυρίζω / να μαυρίσω | να έχεις μαυρίσει / να μαυρίζεις / να μαυρίσεις | να έχει μαυρίσει / να μαυρίζει / να μαυρίσει | να έχουμε μαυρίσει / να μαυρίζουμε / να μαυρίσουμε | να έχετε μαυρίσει / να μαυρίζετε / να μαυρίσετε | να μαυρίζουν / να μαυρίζουνε / να μαυρίσουν / να μαυρίσουνε |
| Προστακτική | — | μαύριζε / μαύρισε | — | — | μαυρίζετε / μαυρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →