Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαυρίζω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόχρωματίζω κάτι, το βάφω μαύρο Βικιλεξικό
  2. αμετάβατοπαίρνω μαύρο χρώμα Βικιλεξικό
  3. αμετάβατοη επιδερμίδα μου παίρνει σκούρο χρώμα μετά από κάποια παρουσία στις ακτίνες του ήλιου Βικιλεξικό
    • Φουσκώσαμε καὶ μαυρίσαμε ποῦ δὲ γνώριζε ἕνας τὸν ἄλλο! Τά μαλλιά μας, τά μουστάκια, τά γένεια σκλήρυναν σάν ἀγκάθια. Τά μάτια χωμένα στά πυκνά ματόφρυδα, ἔχασκαν ἄσπρα σάν σαλιγκάρια. Ὅσο γιά τό μπάρκο, τό μισό ἀπόμενε. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η δικαιοσύνη της θάλασσας, από το βιβλίο Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
  4. οικείοκαταψηφίζω (σε εκλογές για εκλογή ατόμων) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαυρίζω < # μαύρο + -ίζω # από το μαύρου χρώματος σφαιρίδιο που έριχναν στην κάλπη όσοι ήταν αντίθετοι στην εκλογή κάποιου

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμαυρίζωμαυρίζειςμαυρίζειμαυρίζουμεμαυρίζετεμαυρίζουν / μαυρίζουνε
Παρατατικόςμαύριζαμαύριζεςμαύριζεμαυρίζαμεμαυρίζατεμαυρίζαν / μαυρίζανε / μαύριζαν
Αόριστοςμαύρισαμαύρισεςμαύρισεμαυρίσαμεμαυρίσατεμαυρίσαν / μαυρίσανε / μαύρισαν
Μέλλονταςθα μαυρίζω / θα μαυρίσωθα μαυρίζεις / θα μαυρίσειςθα μαυρίζει / θα μαυρίσειθα μαυρίζουμε / θα μαυρίσουμεθα μαυρίζετε / θα μαυρίσετεθα μαυρίζουν / θα μαυρίζουνε / θα μαυρίσουν / θα μαυρίσουνε
Παρακείμενοςέχω μαυρίσειέχεις μαυρίσειέχει μαυρίσειέχουμε μαυρίσειέχετε μαυρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μαυρίσειείχες μαυρίσειείχε μαυρίσειείχαμε μαυρίσει——
Υποτακτικήνα έχω μαυρίσει / να μαυρίζω / να μαυρίσωνα έχεις μαυρίσει / να μαυρίζεις / να μαυρίσειςνα έχει μαυρίσει / να μαυρίζει / να μαυρίσεινα έχουμε μαυρίσει / να μαυρίζουμε / να μαυρίσουμενα έχετε μαυρίσει / να μαυρίζετε / να μαυρίσετενα μαυρίζουν / να μαυρίζουνε / να μαυρίσουν / να μαυρίσουνε
Προστακτική—μαύριζε / μαύρισε——μαυρίζετε / μαυρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →