μαυρογάλανος
•
- που έχει χρώμα ανάμεσα στο μαύρο και το γαλανό Βικιλεξικό
- Ἐπεράσαμεν τὴν ἀμμουδιάν, τὴν ὁποίαν φιλεῖ, προσπαῖζον, τὸ κῦμα, καὶ παρήλθομεν τοὺς Κήπους καὶ τὴν Λίμνην τὴν μαυρογάλανην. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αμαρτίας φάντασμα)
Ετυμολογία
μαυρογάλανος < μαύρος + -ο- + γαλανός + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαυρογάλανος | μαυρογάλανη | μαυρογάλανο |
| Γενική | μαυρογάλανου | μαυρογάλανης | μαυρογάλανου |
| Αιτιατική | μαυρογάλανο | μαυρογάλανη | μαυρογάλανο |
| Κλητική | μαυρογάλανε | μαυρογάλανη | μαυρογάλανο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαυρογάλανοι | μαυρογάλανες | μαυρογάλανα |
| Γενική | μαυρογάλανων | μαυρογάλανων | μαυρογάλανων |
| Αιτιατική | μαυρογάλανους | μαυρογάλανες | μαυρογάλανα |
| Κλητική | μαυρογάλανοι | μαυρογάλανες | μαυρογάλανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →