Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαυρογένης

/ma.vɾoˈʝe.nis/επίθετο
•
  1. που έχει μαύρο γένι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαυρογένης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαυρογένης. Συγχρονικά αναλύεται σε μαυρο- + -γένης (γένι)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαυρογένηςμαυρογένηςμαυρογένης
Γενικήμαυρογένημαυρογένημαυρογένη
Αιτιατικήμαυρογένημαυρογένημαυρογένη
Κλητικήμαυρογένημαυρογένημαυρογένη

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαυρογένηδεςμαυρογένηδεςμαυρογένηδες
Γενικήμαυρογένηδωνμαυρογένηδωνμαυρογένηδων
Αιτιατικήμαυρογένηδεςμαυρογένηδεςμαυρογένηδες
Κλητικήμαυρογένηδεςμαυρογένηδεςμαυρογένηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →