μαυροκιρκίνεζο
•
- πτηνόείδος πουλιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαυροκιρκίνεζο < μαυρο- + κιρκινέζ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαυροκιρκίνεζο | μαυροκιρκίνεζα |
| Γενική | μαυροκιρκίνεζου | μαυροκιρκίνεζων |
| Αιτιατική | μαυροκιρκίνεζο | μαυροκιρκίνεζα |
| Κλητική | μαυροκιρκίνεζο | μαυροκιρκίνεζα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →