Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαυροντύνω

/ma.vɾoˈdi.no/ρήμα
•
  1. φοράω μαύρα ως πένθος, πενθώ Βικιλεξικό
    • Τι είναι αυτό το φοβερό πράμα, που λέγεται πόλεμος και που βγάζει τους ανθρώπους απ’ τα συγκαλά τους και τους μαυροντύνει και καίει τ’ ακριβά, αγαπημένα σπιτάκια, και σκοτώνει και τους ζωντανούς, και σκοτώνει και τη χαρά;
    • Στη Σκύρο δεν βαρυπενθούν, δεν μαυροντύνουν τα παιδιά και το σπίτι όπως συνηθίζουν στην Κύμη. Γενικά εμείς οι Σκυριανοί αψηφούμε το θάνατο.
    • Φορούσε κράνος, δεν έπινε, ήταν προσεκτικός. Μαυροντύθηκαν οι γονείς και οι συγγενείς. Από τη μια μέρα στην άλλη, το αδιανόητο σμίλεψε τα πρόσωπα, πάγωσε τα χαρακτηριστικά. Ψίθυροι, σουρσίματα, οδύνη που δύσκολα απομονώνεται από τα δέντρα και τα φυτά του κήπου.

Ετυμολογία

μαυροντύνω < μαυρο- + ντύνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Παρατατικόςμαυροντυνόμουναμαυροντυνόσουναμαυροντυνότανε—μαυροντυνόσαστεμαυροντυνόντουσαν
Αόριστος—————μαυροντυθήκαν / μαυροντυθήκανε
Μέλλονταςθα μαυροντυθώθα μαυροντυθείςθα μαυροντυθείθα μαυροντυθούμεθα μαυροντυθείτεθα μαυροντυθούν / θα μαυροντυθούνε
Παρακείμενοςέχω μαυροντυθείέχεις μαυροντυθείέχει μαυροντυθείέχουμε μαυροντυθεί——
Υπερσυντέλικοςείχα μαυροντυθείείχες μαυροντυθείείχε μαυροντυθεί———
Υποτακτικήνα έχω μαυροντυθεί / να μαυροντυθώνα έχεις μαυροντυθεί / να μαυροντυθείςνα έχει μαυροντυθεί / να μαυροντυθείνα έχουμε μαυροντυθεί / να μαυροντυθούμενα μαυροντυθείτενα μαυροντυθούν / να μαυροντυθούνε
Προστακτική—μαυροντύσου——μαυροντυθείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμαυροντύνομαιμαυροντύνεσαιμαυροντύνεταιμαυροντυνόμαστεμαυροντύνεστεμαυροντύνονται
Παρατατικόςμαυροντυνόμουνμαυροντυνόσουνμαυροντυνότανμαυροντυνόμασταν / μαυροντυνόμαστεμαυροντυνόσαστανμαυροντύνονταν
Αόριστοςμαυροντύθηκαμαυροντύθηκεςμαυροντύθηκεμαυροντυθήκαμεμαυροντυθήκατεμαυροντύθηκαν
Μέλλονταςθα μαυροντύνομαιθα μαυροντύνεσαιθα μαυροντύνεταιθα μαυροντυνόμαστεθα μαυροντύνεστεθα μαυροντύνονται
Υποτακτικήνα μαυροντύνομαινα μαυροντύνεσαινα μαυροντύνεταινα μαυροντυνόμαστενα μαυροντύνεστενα μαυροντύνονται
Προστακτική————μαυροντύνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →