μαυροντύνω
•
- φοράω μαύρα ως πένθος, πενθώ Βικιλεξικό
- Τι είναι αυτό το φοβερό πράμα, που λέγεται πόλεμος και που βγάζει τους ανθρώπους απ’ τα συγκαλά τους και τους μαυροντύνει και καίει τ’ ακριβά, αγαπημένα σπιτάκια, και σκοτώνει και τους ζωντανούς, και σκοτώνει και τη χαρά;
- Στη Σκύρο δεν βαρυπενθούν, δεν μαυροντύνουν τα παιδιά και το σπίτι όπως συνηθίζουν στην Κύμη. Γενικά εμείς οι Σκυριανοί αψηφούμε το θάνατο.
- Φορούσε κράνος, δεν έπινε, ήταν προσεκτικός. Μαυροντύθηκαν οι γονείς και οι συγγενείς. Από τη μια μέρα στην άλλη, το αδιανόητο σμίλεψε τα πρόσωπα, πάγωσε τα χαρακτηριστικά. Ψίθυροι, σουρσίματα, οδύνη που δύσκολα απομονώνεται από τα δέντρα και τα φυτά του κήπου.
Ετυμολογία
μαυροντύνω < μαυρο- + ντύνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Παρατατικός | μαυροντυνόμουνα | μαυροντυνόσουνα | μαυροντυνότανε | — | μαυροντυνόσαστε | μαυροντυνόντουσαν |
| Αόριστος | — | — | — | — | — | μαυροντυθήκαν / μαυροντυθήκανε |
| Μέλλοντας | θα μαυροντυθώ | θα μαυροντυθείς | θα μαυροντυθεί | θα μαυροντυθούμε | θα μαυροντυθείτε | θα μαυροντυθούν / θα μαυροντυθούνε |
| Παρακείμενος | έχω μαυροντυθεί | έχεις μαυροντυθεί | έχει μαυροντυθεί | έχουμε μαυροντυθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαυροντυθεί | είχες μαυροντυθεί | είχε μαυροντυθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαυροντυθεί / να μαυροντυθώ | να έχεις μαυροντυθεί / να μαυροντυθείς | να έχει μαυροντυθεί / να μαυροντυθεί | να έχουμε μαυροντυθεί / να μαυροντυθούμε | να μαυροντυθείτε | να μαυροντυθούν / να μαυροντυθούνε |
| Προστακτική | — | μαυροντύσου | — | — | μαυροντυθείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαυροντύνομαι | μαυροντύνεσαι | μαυροντύνεται | μαυροντυνόμαστε | μαυροντύνεστε | μαυροντύνονται |
| Παρατατικός | μαυροντυνόμουν | μαυροντυνόσουν | μαυροντυνόταν | μαυροντυνόμασταν / μαυροντυνόμαστε | μαυροντυνόσασταν | μαυροντύνονταν |
| Αόριστος | μαυροντύθηκα | μαυροντύθηκες | μαυροντύθηκε | μαυροντυθήκαμε | μαυροντυθήκατε | μαυροντύθηκαν |
| Μέλλοντας | θα μαυροντύνομαι | θα μαυροντύνεσαι | θα μαυροντύνεται | θα μαυροντυνόμαστε | θα μαυροντύνεστε | θα μαυροντύνονται |
| Υποτακτική | να μαυροντύνομαι | να μαυροντύνεσαι | να μαυροντύνεται | να μαυροντυνόμαστε | να μαυροντύνεστε | να μαυροντύνονται |
| Προστακτική | — | — | — | — | μαυροντύνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →