μαφιόζικος
•
- σχετικός με τη μαφία ή τον μαφιόζο Βικιλεξικό
- που έχει χαρακτηριστικά παρόμοια με της μαφίας (πχ ως προς την οργάνωση ή τις μεθόδους) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαφιόζικος < μαφιόζος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαφιόζικος | μαφιόζικη | μαφιόζικο |
| Γενική | μαφιόζικου | μαφιόζικης | μαφιόζικου |
| Αιτιατική | μαφιόζικο | μαφιόζικη | μαφιόζικο |
| Κλητική | μαφιόζικε | μαφιόζικη | μαφιόζικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαφιόζικοι | μαφιόζικες | μαφιόζικα |
| Γενική | μαφιόζικων | μαφιόζικων | μαφιόζικων |
| Αιτιατική | μαφιόζικους | μαφιόζικες | μαφιόζικα |
| Κλητική | μαφιόζικοι | μαφιόζικες | μαφιόζικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →