Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαφιόζικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη μαφία ή τον μαφιόζο Βικιλεξικό
  2. που έχει χαρακτηριστικά παρόμοια με της μαφίας (πχ ως προς την οργάνωση ή τις μεθόδους) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαφιόζικος < μαφιόζος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαφιόζικοςμαφιόζικημαφιόζικο
Γενικήμαφιόζικουμαφιόζικηςμαφιόζικου
Αιτιατικήμαφιόζικομαφιόζικημαφιόζικο
Κλητικήμαφιόζικεμαφιόζικημαφιόζικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαφιόζικοιμαφιόζικεςμαφιόζικα
Γενικήμαφιόζικωνμαφιόζικωνμαφιόζικων
Αιτιατικήμαφιόζικουςμαφιόζικεςμαφιόζικα
Κλητικήμαφιόζικοιμαφιόζικεςμαφιόζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →