μαχαίρωμα
•
- το αποτέλεσμα του μαχαιρώνω, η μαχαιριά, η ενέργεια του μαχαιρώνω Βικιλεξικό
- Ήμουν μπροστά όταν άρχισαν τα μαχαιρώματα, τα είδα όλα!
- μεταφορικάστον πληθυντικό, πισώπλατα χτυπήματα η από εκεί που δεν θα έπρεπε να προέρχονται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαχαίρωμα < μαχαιρώνω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαχαίρωμα | μαχαιρώματα |
| Γενική | μαχαιρώματος | μαχαιρωμάτων |
| Αιτιατική | μαχαίρωμα | μαχαιρώματα |
| Κλητική | μαχαίρωμα | μαχαιρώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →