Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαχαλόμαγκας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αργκόο μάγκας κάποιου δρόμου ή συνοικίας Βικιλεξικό
    • οι μαχαλόμαγκες είχαν περιορισμένο τόπο δράσης, εκεί που τους έπαιρνε, και δεν ήταν ευρύτερα αναγνωρισμένοι ως μάγκες.
    • Τον ξέρετε, μωρέ παιδιά, της γειτονιάς το βλάμη, τον λένε μαχαλόμαγκα, μυαλό δεν έχει δράμι. (Από το τραγούδι «Ο μαχαλόμαγκας» σε στίχους και μουσική του Βασίλη Τσιτσάνη)

Ετυμολογία

μαχαλόμαγκας < μαχαλ(άς) + -ό- + μάγκας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαχαλόμαγκαςμαχαλόμαγκες
Γενικήμαχαλόμαγκαμαχαλόμαγκων
Αιτιατικήμαχαλόμαγκαμαχαλόμαγκες
Κλητικήμαχαλόμαγκαμαχαλόμαγκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →