μαχόμενος
•
- αγωνιζόμενος, που μάχεται, που παλεύει Βικιλεξικό
- υπηρέτησε τη μαχομένη δημοσιογραφία/δικηγορία
- που του συμβαίνει κάτι ενώ δίνει μάχη Βικιλεξικό
- έπεσε μαχόμενος
Ετυμολογία
μαχόμενος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μαχόμενος, μετοχή ενεστώτα του μάχομαι
Άλλοι τύποι
μαχόμεναμαχόμενεμαχόμενεςμαχόμενημαχόμενηςμαχόμενομαχόμενοιμαχόμενοςμαχόμενουμαχόμενουςμαχόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →