μαϊμουδίζω
•
- κάνω σαν τη μαϊμού Βικιλεξικό
- μειωτικόμιμούμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαϊμουδίζω < μαϊμού + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαϊμουδίζω | μαϊμουδίζεις | μαϊμουδίζει | μαϊμουδίζουμε | μαϊμουδίζετε | μαϊμουδίζουν / μαϊμουδίζουνε |
| Παρατατικός | μαϊμούδιζα | μαϊμούδιζες | μαϊμούδιζε | μαϊμουδίζαμε | μαϊμουδίζατε | μαϊμουδίζαν / μαϊμουδίζανε / μαϊμούδιζαν |
| Αόριστος | μαϊμούδισα | μαϊμούδισες | μαϊμούδισε | μαϊμουδίσαμε | μαϊμουδίσατε | μαϊμουδίσαν / μαϊμουδίσανε / μαϊμούδισαν |
| Μέλλοντας | θα μαϊμουδίζω / θα μαϊμουδίσω | θα μαϊμουδίζεις / θα μαϊμουδίσεις | θα μαϊμουδίζει / θα μαϊμουδίσει | θα μαϊμουδίζουμε / θα μαϊμουδίσουμε | θα μαϊμουδίζετε / θα μαϊμουδίσετε | θα μαϊμουδίζουν / θα μαϊμουδίζουνε / θα μαϊμουδίσουν / θα μαϊμουδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαϊμουδίσει | έχεις μαϊμουδίσει | έχει μαϊμουδίσει | έχουμε μαϊμουδίσει | έχετε μαϊμουδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαϊμουδίσει | είχες μαϊμουδίσει | είχε μαϊμουδίσει | είχαμε μαϊμουδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαϊμουδίσει / να μαϊμουδίζω / να μαϊμουδίσω | να έχεις μαϊμουδίσει / να μαϊμουδίζεις / να μαϊμουδίσεις | να έχει μαϊμουδίσει / να μαϊμουδίζει / να μαϊμουδίσει | να έχουμε μαϊμουδίσει / να μαϊμουδίζουμε / να μαϊμουδίσουμε | να έχετε μαϊμουδίσει / να μαϊμουδίζετε / να μαϊμουδίσετε | να μαϊμουδίζουν / να μαϊμουδίζουνε / να μαϊμουδίσουν / να μαϊμουδίσουνε |
| Προστακτική | — | μαϊμούδιζε / μαϊμούδισε | — | — | μαϊμουδίζετε / μαϊμουδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →