μαϊμουδίτσα
•
- τρυφερός (ή και όχι) χαρακτηρισμός παιδιών και ενηλίκων που συμπεριφέρονται μιμητικά ή πρωτόγονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαϊμουδίτσα < υποκοριστικό του μαϊμού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαϊμουδίτσα | μαϊμουδίτσες |
| Γενική | μαϊμουδίτσας | — |
| Αιτιατική | μαϊμουδίτσα | μαϊμουδίτσες |
| Κλητική | μαϊμουδίτσα | μαϊμουδίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →