μαύρη τρύπα
•
- αστρονομίαουράνιο σώμα με πάρα πολύ μεγάλη πυκνότητα και βαρυτικό πεδίο, από την έλξη του οποίου δεν μπορεί να διαφύγει ούτε το φως Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοποιοδήποτε φυσικό σώμα απορροφά όλη την ακτινοβολία που δέχεται Βικιλεξικό
- μεταφορικάτα πολύ μεγάλα ελλείμματα στον προϋπολογισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαύρη τρύπα < → δείτε τις λέξεις μαύρος και τρύπα, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική black hole
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →