μαύρο
•
- χρώμαη απουσία χρώματος, η απουσία φωτός Βικιλεξικό
- τηλεπικοινωνίεςέλλειψη εικόνας στην τηλεόραση, όταν σιγάζει το σήμα Βικιλεξικό
- πέφτει μαύρο (εξαφανίζεται η εικόνα)
- πολιτικήη καταψήφιση ενός υποψηφίου Βικιλεξικό
- μαύρο στο Μαυρογιαλούρο! (ατάκα από ελληνική ταινία)
- αργκότο χασίς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαύρο < ουδέτερο του μαύρος < μαῦρος < μαυρός < ἀμαυρός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαύρο | μαύρα |
| Γενική | μαύρου | μαύρων |
| Αιτιατική | μαύρο | μαύρα |
| Κλητική | μαύρο | μαύρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →