Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαύρος

/ˈma.vɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που ανήκει στη μαύρη φυλή Βικιλεξικό
  2. το μαύρο άλογο Βικιλεξικό
    • Δίνει βιτσιά του μαύρου της κ' εκείνος χλιμιντρίζει, | Του ξαναδίνει κι' άλλη μια που τον αέρα σχίζει, | Μαύρος μπουχός ̓σηκώθηκε, σὰν σίγνεφο διαβαίνει, | Καὶ μίλια σαν τον ̓πέρασε, στέκει καὶ τὸν προσμένει (Μαριέττα Μπέτσου, Η Μάγισσα, στο Αττικόν Ημερολόγιον του έτους 1881, Ἀθήνησιν, εκ του τυπογραφείου της Κορίννης, 1880, σελ. 445)
  3. για το κύριο όνομα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαύρος < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό μαύρος και σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική black

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαύρη / μαύρος / μαύρομαύρες / μαύροι / μαύρα
Γενικήμαύρης / μαύρου / μαύρουμαύρων / μαύρων / μαύρων
Αιτιατικήμαύρη / μαύρο / μαύρομαύρες / μαύρους / μαύρα
Κλητικήμαύρη / μαύρε / μαύρομαύρες / μαύροι / μαύρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μαῦρος

επίθετο
•
  1. μαύρος Βικιλεξικό
    • 1892 Αλεξάνδρα Παππαδοπούλου. Η καλή μοίρα. Εστία, 32, 1892, σελ.82 @books.google

Ετυμολογία

μαῦρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μαῦρος

Άλλοι τύποι

μαύρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μαύρος

/ˈma.vɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που απορροφά όλο το φως που πέφτει επάνω του Βικιλεξικό
    • Οι μαύρες τρύπες έχουν τόσο ισχυρή βαρυτική έλξη ώστε ούτε το φως μπορεί ξεφύγει από αυτήν.
  2. που έχει σκούρο χρώμα Βικιλεξικό
  3. που αναφέρεται στους γηγενείς της υποσαχάριας Αφρικής Βικιλεξικό
    • η μαύρη φυλή
  4. μεταφορικάο δυστυχισμένος Βικιλεξικό
    • μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες
  5. οικονομίαπαράνομος, σχετικός με την παραοικονομία Βικιλεξικό
    • μαύρα χρήματα (που δε δηλώνονται στην Εφορία)
  6. που από πρόθεση προκαλεί κακό Βικιλεξικό
    • μαύρη μαγεία
  7. τυπογραφίαπαχύτερος και εντονότερος τυπογραφικός χαρακτήρας (γράμμα) και η γραμματοσειρά του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαύρος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μαῦρος / μαυρός < με αναδρομικό σχηματισμό από την αρχαία ελληνική μαυρόω < ἀμαυρόω < αρχαία ελληνική ἀμαυρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαύροςμαύρημαύρο
Γενικήμαύρουμαύρηςμαύρου
Αιτιατικήμαύρομαύρημαύρο
Κλητικήμαύρεμαύρημαύρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαύροιμαύρεςμαύρα
Γενικήμαύρωνμαύρωνμαύρων
Αιτιατικήμαύρουςμαύρεςμαύρα
Κλητικήμαύροιμαύρεςμαύρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →