μαύρος
•
- αυτός που ανήκει στη μαύρη φυλή Βικιλεξικό
- το μαύρο άλογο Βικιλεξικό
- Δίνει βιτσιά του μαύρου της κ' εκείνος χλιμιντρίζει, | Του ξαναδίνει κι' άλλη μια που τον αέρα σχίζει, | Μαύρος μπουχός ̓σηκώθηκε, σὰν σίγνεφο διαβαίνει, | Καὶ μίλια σαν τον ̓πέρασε, στέκει καὶ τὸν προσμένει (Μαριέττα Μπέτσου, Η Μάγισσα, στο Αττικόν Ημερολόγιον του έτους 1881, Ἀθήνησιν, εκ του τυπογραφείου της Κορίννης, 1880, σελ. 445)
- για το κύριο όνομα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαύρος < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό μαύρος και σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική black
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαύρη / μαύρος / μαύρο | μαύρες / μαύροι / μαύρα |
| Γενική | μαύρης / μαύρου / μαύρου | μαύρων / μαύρων / μαύρων |
| Αιτιατική | μαύρη / μαύρο / μαύρο | μαύρες / μαύρους / μαύρα |
| Κλητική | μαύρη / μαύρε / μαύρο | μαύρες / μαύροι / μαύρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →