με ανοιχτές αγκάλες
•
- με ευχαρίστηση, με αρκετή χαρά Βικιλεξικό
- Πόσο διαφορετική θα 'ταν η ζωή μου αν με είχαν αφήσει τότε να φύγω για την Αμερική, να πάω στη Νέα,Υόρκη, στο θείο τον Λούη, που με περίμενε με ανοιχτές αγκάλες.
Ετυμολογία
με ανοιχτές αγκάλες < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική à bras ouverts. → δείτε και τις λέξεις με, ανοιχτός και αγκάλη.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →