με τα όλα μου
•
- για πρόσωποπου χαρακτηρίζεται από πολλά θετικά προσόντα και αρετές Βικιλεξικό
- Άντρας με τα όλα του (αντράρα)
- Γυναίκα με τα όλα της (γυναικάρα)
- για πράγμαπου έχει πολλά θετικά χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
- Γάμος με τα όλα του (όνομα ελληνικής τηλεοπτικής σειράς)
Ετυμολογία
με τα όλα μου → δείτε τις λέξεις με, τα, όλα και μου
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →