με την τσέτουλα
•
- αργκόμάταια, χωρίς αντίκρυσμα, χωρίς αποτέλεσμα (για ανθρώπους που δεν έχουν μάθει, δεν έχουν γνώσεις, είναι αστοιχείωτοι) Βικιλεξικό
- με την τσέτουλα τα 'μαθε τα γράμματα (επί των αστοιχειώτων) (λήμμα «τσέτουλα» στο Λεξικό Δημητράκου [μεταγραφή σε μονοτονικό]
Ετυμολογία
με την τσέτουλα → δείτε τις λέξεις με, την και τσέτουλα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →