με το στανιό
•
- με το ζόρι, με τη βία, με εξαναγκασμό Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Αύγουστος Κορτώ, 1979‑ Σταυραετός και Κούκος, εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2025, ISBN 9786180715118, αρχική δημοσίευση: 2025, @google.gr/books
- με πολύ μεγάλη δυσκολία Βικιλεξικό
- Μέ τό στανιό κρατιόταν ὁ Κώστας μήν τοῦ ξεφύγει ἄσχημος λόγος. Ὥσπου ἀπηύδησε πιά, κι ἄλλον τρόπο δέν βρῆκε, παρά νά φύγει.
- Κι ήταν, όντως, μαγικά, όσα τους διηγήθηκε, με το στανιό, με το τσιγκέλι βγάζοντας την κάθε φράση, ο Θωμάς για την αντρογυναίκα του.
Ετυμολογία
με το στανιό < → δείτε τις λέξεις με, το και στανιό, (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μὲ τὸ στανιό
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →