Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεγάλαυχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςμεγαλόστομος, καυχησιάρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεγάλαυχος < αρχαία ελληνική μεγάλαυχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεγάλαυχοςμεγάλαυχημεγάλαυχο
Γενικήμεγάλαυχουμεγάλαυχηςμεγάλαυχου
Αιτιατικήμεγάλαυχομεγάλαυχημεγάλαυχο
Κλητικήμεγάλαυχεμεγάλαυχημεγάλαυχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεγάλαυχοιμεγάλαυχεςμεγάλαυχα
Γενικήμεγάλαυχωνμεγάλαυχωνμεγάλαυχων
Αιτιατικήμεγάλαυχουςμεγάλαυχεςμεγάλαυχα
Κλητικήμεγάλαυχοιμεγάλαυχεςμεγάλαυχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →