μεγίστη
•
- ναυτικός όροςη μαΐστρα, το κατώτατο σταυρωτό ιστίο του μεγάλου ιστού των ιστιοφόρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεγίστη < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου μέγιστος στον αρχαίο, λόγιο τύπο → δείτε και τη λέξη μέγιστη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεγίστη | μέγιστες |
| Γενική | μεγίστης | μεγίστων |
| Αιτιατική | μεγίστη | μέγιστες |
| Κλητική | μεγίστη | μέγιστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →