μεγαθήριο
•
- παλαιοντολογίαμεγάλο θηλαστικό που έχει εκλείψει και ανήκε στο γένος Μεγαθήρια Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεγάλη κατασκευή ή ψηλός άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεγαθήριο < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική Megatherium (ταξινομικό γένος) < αρχαία ελληνική μέγας + θηρίον. Μορφολογικά αναλύεται σε μεγα- + θηρίο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεγαθήριο | μεγαθήρια |
| Γενική | μεγαθήριου / μεγαθηρίου | μεγαθήριων / μεγαθηρίων |
| Αιτιατική | μεγαθήριο | μεγαθήρια |
| Κλητική | μεγαθήριο | μεγαθήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →