μεγαλοαπατεώνας
•
- μεγάλος απατεώνας, που διαπράττει πολλές και μεγάλες απάτες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεγαλοαπατεώνας < μεγαλο- + απατεώνας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεγαλοαπατεώνας | μεγαλοαπατεώνες |
| Γενική | μεγαλοαπατεώνα | μεγαλοαπατεώνων |
| Αιτιατική | μεγαλοαπατεώνα | μεγαλοαπατεώνες |
| Κλητική | μεγαλοαπατεώνα | μεγαλοαπατεώνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →