μεγαλοεπιχειρηματίας
•
- άτομο με επιχειρηματικές δραστηριότητες μεγάλης κλίμακας, που συνήθως δραστηριοποιείται παράλληλα σε διάφορους κλάδους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεγαλοεπιχειρηματίας < μεγάλος + επιχειρηματίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεγαλοεπιχειρηματίας | μεγαλοεπιχειρηματίες |
| Γενική | μεγαλοεπιχειρηματία | μεγαλοεπιχειρηματιών |
| Αιτιατική | μεγαλοεπιχειρηματία | μεγαλοεπιχειρηματίες |
| Κλητική | μεγαλοεπιχειρηματία | μεγαλοεπιχειρηματίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →