μεγαλοκαμωμένος
•
- για σώμαπου είναι μεγάλων διαστάσεων Βικιλεξικό
- Ένας άλλος, ο πατήρ Θεοφάνης, μεγαλοκαμωμένος και επιβλητικός σαν προφήτης, με πυκνή, άσπρη γενειάδα που του σκέπαζε το στήθος (Γιώργος Θεοτοκάς, Ασθενείς και Οδοιπόροι)
Ετυμολογία
μεγαλοκαμωμένος < μεγαλο- + καμωμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κάνω και κάμνω
Άλλοι τύποι
μεγαλοκαμωμέναμεγαλοκαμωμένεμεγαλοκαμωμένεςμεγαλοκαμωμένημεγαλοκαμωμένηςμεγαλοκαμωμένομεγαλοκαμωμένοιμεγαλοκαμωμένοςμεγαλοκαμωμένουμεγαλοκαμωμένουςμεγαλοκαμωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →