μεγαλομαστία
•
- ιατρικήτο να έχει κανείς υπερβολικά μεγάλους μαστούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεγαλομαστία < μεγαλο- + μαστ(ός) + -ία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεγαλομαστία | μεγαλομαστίες |
| Γενική | μεγαλομαστίας | μεγαλομαστιών |
| Αιτιατική | μεγαλομαστία | μεγαλομαστίες |
| Κλητική | μεγαλομαστία | μεγαλομαστίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →